vlasti.gr

Ήθη & Έθιμα

Ήθη & Έθιμα της Βλάστης

Να ξεκινήσουμε πρώτα από όλα με το όνομα του χωριού..και καταλήγουμε στα ήθη και έθιμα της Βλάστης.. Η τωρινή Βλάστη έχει αλλάξει ουκ ολίγες φορές το όνομα της και όλα αυτά καταγράφονται σε συγγράμματα..
ήθη και έθιμα Βλάστης
Ξεκίνησε με το όνομα Μπλάτζι (1830), εν συνεχεία αναφέρεται ως Μπλάτζη (1858) και μετά από δυο χρόνια ως Βλάτζη. Το τελευταίο όνομα που αναφέρεται στα τότε δημοτολόγια είναι Βλάτσι (1929). Μετά μετονομάστηκε σε Βλάστη το οποίο παρέμεινε μέχρι και τις μέρες που ζούμε. Μία επισήμανση για την έννοια του ονόματος της είναι ότι προέρχεται από την πλούσια βλάστηση που είχε από πάντα στον τόπο αυτό.
ήθη και έθιμα Βλάστης

Ας συνεχίσω με τον σκοπό της υπάρχουσας ανάρτησης.. Όπως και σε όλα τα μέρη στην Ελλάδα αλλά και στα περισσότερα μέρη στον κόσμο υπάρχουν κάποιες αξίες που τιμούν μέσα από κάποιες «τελετές» (μαζικές κοινωνικές ενέργειες), έτσι και στην Βλάστη υπήρχαν κάποιες τέτοιες ενέργειες, τα λεγόμενα έθιμα αλλά και τα ήθη.

 

Ιανουάριος

  • Όλοι ανεξαιρέτως στο χωριό νήστευαν για τα Χριστούγεννα και οι νέοι προσπαθούσαν πηγαίνοντας στα διπλανά χωριά όπως το Εμπόριο, η Νεάπολη για να προλάβουν να «κλείσουν» τα όργανα (γκάιντα και νταούλι) πριν από άλλους γιατί στην γιορτή του Αγίου Βασιλείου το γιόρταζαν με μουσική το βράδυ και ξέφρενους χορούς. Αυτό το έθιμο συντηρείται ακόμα και σήμερα.
  • Οι γυναίκες του χωριού την παραμονή της Πρωτοχρονιάς έπλαθαν την βασιλόπιτα (πίτα με τυρί,βούτυρο ή πράσα με πολλά πίτουρα). Έβαζαν μέσα ένα ασημένιο ρούπι συνήθως και επειδή οι περισσότερες οικογένειες ήταν κτηνοτροφικές είχαν και το μαντρί, το οποίο ήταν ξυλάκι κομμένο.
  • Όλοι οι άντρες και γυναίκες έπρεπε να πάνε στην εκκλησία (όχι κορίτσια). Πριν φύγουν για την εκκλησία πήγαιναν σε πηγές του χωριού και έφερναν νερό στα σπίτια τους, για να τους πάει καλά η καινούρια χρονιά.
  • Το πρωί μετά την λειτουργία της εκκλησίας έβγαιναν τα καρναβάλια στην πλατεία και χόρευαν συνοδεία οργάνων για λίγη ώρα και μετά χωριζόντουσαν σε παρέες και αλλά η κάθε παρέα είχε  μέλη, με συγκεκριμένους ρόλους. Αποτελούνταν από έναν γκαιτατζή (την λεγόμενη μάνα), από έναν άντρα ο οποίος κρατούσε ένα μακρύ ξύλο με ένα δεμένο μαντήλι στην άκρη (δρουγκό) και οι υπόλοιποι απλά τραγουδούσαν. Αυτές οι παρέες τώρα γυρνούσαν στα σπίτια και μαζεύαν χρήματα (τα τωρινά κάλαντα). Υπήρχαν τα σπίτια τα οποία είχαν κλειστές τις εξώπορτες και εκεί χτυπούσαν με τον δρουγκό και η νοικοκυρά του σπιτιού έδενε το φιλοδώρημα στην άκρη του μαντηλιού και τα σπίτια τα οποία είχαν ονομαστική εορτή, είτε φιλοξενούσαν κόσμο και είχαν ορθάνοιχτες τις πόρτες. Εκεί έμπαιναν όλη η παρέα και κερνιούνταν από τον νοικοκύρη έπαιρναν και ένα πλούσιο φιλοδώρημα και έφευγαν. Τα σπίτια τα οποία είχαν πένθος ήταν κλειστά ακόμα και τα παντζούρια και δεν πήγαιναν καν.

Φεβρουάριος

 Την μεγάλη την Αποκριά όλοι ανεξεραίτως είχαν τους ρόλους τους. Τι εννοώ.. Οι γυναίκες του χωριού ήταν στο σπίτι και έκαναν γλυκά. Έπλαθαν σαραγλί (γλύκισμα), ετοίμαζαν περιποιημένα φαγητά, έκαναν πίτα, έβραζαν αυγά για «τ’ χάσκα» όπως λέγαν οι ντόπιοι. Τα παιδιά ετοίμαζαν την λεγόμενη «κλαδαριά» (πολλά κέθαρα μαζεμένα σε ένα σημείο το οποίο στηρίζονται από ένα μακρύ ξύλο) μαζεύοντας κέθαρα (είδος θάμνου) από το βουνό και μεταφέροντας τα στο σημείο που έχει οριστεί να ανάψουν το κατασκεύασμα. Στο δείπνο έπρεπε να είναι παρόντα όλα τα μέλη της οικογένειας. Μέσα από το έθιμο της κλαδαριάς υπήρχε ένα ακόμα το οποίο ονομαζόταν χάσκα (όπως αναφέρθηκε πριν). Αυτό  Το βράδυ μετά το φαγητό μαζεύονταν οι άντρες (νέοι και γέροι) γύρω από την κλαδαριά και αφού την έβαζαν φωτιά χόρευαν γύρω απ’ αυτήν τραγουδώντας παραδοσιακά τραγούδια από την Κοζάνη κυρίως. Μέχρι και το τελευταίο κέθαρο να καεί δεν σταματούσαν να χορεύουν και να το διασκεδάζουν.
  • Την άλλη μέρα στο δείπνο, έπρεπε να είναι όλα τα μέλη της οικογένειας παρόντα. Πριν ξεκινήσουν να τρώνε οι νέοι έπρεπε να σηκωθούν και να κάνουν τρεις μετάνιες μπροστά στους μεγάλους ώστε να «συγχωρεθούν». Στην συνέχεια ο αρχηγός της οικογένειας θα έκανε σε όλους «χάσκα». Δηλαδή ένα καθαρισμένο σφιχτό αυγό το δενε με μία κλωστή και η άλλη άκρη ήταν δεμένη με ένα λεπτό και λείο ξύλο με το οποίο έκαναν τις πίτες, τον λεγόμενο ως κλώστη. Μετά σήκωνε το αυγό στον αέρα κατευθύνοντάς το προς το στόμα του καθενός που καθόταν στο τραπέζι. Μετά αφού το έπιανε κάποιος παίρναν την κλωστή και την καίγανε στο τζάκι ευχόμενοι καλή σαρακοστή. * Η «χάσκα» παρομοιάζονταν ως η «τάπα» στο στόμα ώστε να ξεκινήσει η νηστεία και γινόταν το βράδυ της Τυρινής.
  • Εκείνες τις μέρες κοντά στις Αποκριές ερχόταν στο χωριό ο γκέγκας (χαλβατζής). Παρευρισκόταν στο χωριό μια φορά τον χρόνο και όλα τα νοικοκυριά προμηθεύονταν χαλβά.
  • Καθαρά Δευτέρα. Το πρώτο πράγμα που κάναν οι γυναίκες κάθε ενός σπιτιού ήταν να πλύνουν ότι χρησιμοποιήθηκε όλο τον χρόνο με σταχτόνερο.(Σκαφίδια, μαχαίρια, χλιάρια βελέντζες κτλ). Επίσης την ίδια μέρα τοποθετούσαν μέσα σε ένα τσουβάλι στάρι, το βρέχαν με νερό και το χτυπούσαν με κόπανο ώσπου να βγει η φλούδα του. Κατόπιν το έπλεναν και το βράζαν σε μια κατσαρόλα, τοποθετούσαν μέσα κοπανισμένα καρύδια και ζάχαρη και τρώγανε όλη την «καθαρή εβδομάδα» όπως την έλεγαν. Την Τετάρτη έβραζαν ξιάφι (κομπόστα) με κορόμηλα, δαμάσκηνα, μήλα και αχλάδια και το μοίραζαν στην γειτονιά. Οι ηλικιωμένες γυναίκες κρατούσαν 3 μέρες νηστεία από όλα, ούτε νερό δεν έπιναν για να σώσουν την ψυχή τους όπως έλεγαν.

Μάρτιος

 
Τέλη Φλεβάρη ήταν προετοιμασμένοι για τον ερχομό του Μαρτίου κάνοντας μπιλτζίκια (βραχιόλια) τα οποία τα ονόμαζαν «Μάρτης». Έστριβαν μια κόκκινη μάλλινη κλωστή με μια άσπρη νηματίσια και έκαναν βραχιόλια ή δαχτυλίδια, για να μην μαυρίσουν απ’ τον ήλιο. Κάτι ιδιαίτερο ήταν ότι το κρεμούσαν στον λαιμό τους μ’ένα ασημένιο ρούπι ή τρύπια δεκάρα και στις αρραβωνιασμένες κοπέλες τον έστελνε η πεθερά, μ’ ένα φλουρί κρεμασμένο. Άλλοι το κρατούσαν μέχρι το τέλος του μήνα και άλλοι ως τον Αη Σαράντη..
  •  Παράδοση… αποτελούσε τότε και η περιποίηση των σπιτιών. Οι νοικοκυραίοι της τότε εποχής εφηύραν έξυπνα εργαλεία για το σουλούπωμα – βάψιμο των σπιτιών τους. Χαρακτηριστικό ήταν ότι άσπριζαν τους τοίχους τους με «γούνα» και όχι με βούρτσα. Δηλαδή έβαφαν ένα κομμάτι από δέρμα αρνιού ή προβατίνας και το έδεναν σε σχήμα γαντιού στο χέρι τους ώστε να μην καίγονται από τον ασβέστη. Αυτή η εργασία έπρεπε να τελειώσει μέχρι το Σάββατο του Λαζάρου.

Απρίλιος

 
  • Όπως συμβαίνει παντού έτσι και στο Βλάτσι, προσπαθούσαν κάποιοι να ξεγελάσουν κάποιους άλλους. Το λεγόμενο Πρωταπριλιάτικο αστείο*.

*(Αυτό το έθιμο γεννήθηκε από τους Κέλτες της Βορειοδυτικής Ευρώπης για την σοδειά τους).

  • Από τις πιο μεγάλες γιορτές ήταν και είναι εν μέρη η γιορτή του Αϊ Μάρκου, πολιούχου της Βλάστης 25 Απριλίου. Σε αυτή τη γιορτή συμμετείχαν πολλοί ξένοι από διάφορες περιοχές. Κυρίως από Καστοριά, Γκόρεντσι (Κορυσσός), Σέλτσα (Εράτυρα), Μπουγατσκό (Βογατσικό), κ.τ.λ. τους οποίους τους ονόμαζαν Μαρκιώτες. Μετά την λειτουργία στην εκκλησία, ξεκινούσε πομπή, με την εικόνα του Αγίου ακολουθούμενη από τους πιστούς, για να καταλήξει στην τοποθεσία κοντά «στ’ θημηλίνα»  όπου υπήρχε στον τοίχο του σπιτιού του «Καλιαντέρη» μια καμάρα όπου οι γειτόνισσες εκεί την περιποιούνταν. Επίσης εκεί υπήρχε και ένα αυλάκι με αρκετό νερό το οποίο το ονόμαζαν αγίασμα. Τοποθετούσαν το εικόνισμα στην καμάρα και έκαναν οι παπάδες μια ειδική δέηση. Στην συνέχεια μετά το τέλος της λειτουργίας μοιράζονταν αντίδωρο και οι μόνιμοι κάτοικοι επισκέπτονταν τα σπίτια όπου γιόρταζαν την ονομαστική εορτή λόγω της ημέρας. Τέλος το απόγευμα γινόταν χορός με βιολιά όπου έπαιρναν μέρος οι Μαρκιώτες.
  • Ένα ακόμη χαρακτηριστικό αυτού του μήνα είναι το χαρμόσυνο γεγονός της επιστροφής των κτηνοτρόφων απ’ τα χειμαδιά.
  • Τούτες μέρες ήταν όταν -δεκαετίες πριν-  στη Βλάστη  λειτουργούσαν οι “Κνιές”. Ο λόγος για τις κούνιες που κατασκευάζονταν την περίοδο του Πάσχα και στις οποίες μπορούσε να ανεβεί κανείς με το αντίτιμο της μίας π.χ. δραχμής… Και μπορεί οι περισσότεροι και δη οι νεότεροι να αγνοούν την ύπαρξη αυτού του “εθίμου” όμως οι “Κνιές” αναβίωναν από τα πανάρχαια χρόνια ακόμη και στην περιοχή των Αθηνών συμβολίζοντας τον καθαρισμό-εξαγνισμό από το κακό και τα “πονηρά” πνεύματα…
    Τη σύγχρονη εποχή -τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1970 όποτε και θυμούνται οι πιο νέοι- η… βόλτα με τις κούνιες ήταν η χαρά κάθε παιδιού, εφήβου αλλά και νεότερου ενήλικα της εποχής εκείνης αν θεωρήσει κανείς πως τα “λούνα παρκ” και τα λοιπά ψυχαγωγικά πάρκα ήταν μετρημένα στο χέρι τα χρόνια εκείνα και “στηνόταν” κυρίως στις μεγαλουπόλεις. Έτσι, το… έθιμο αυτό απέκτησε έναν κοινωνικό χαρακτήρα πλέον, αφού αποτελούσε πηγή χαράς για τους κατοίκους της Βλάστης και αφορμή για συνάντηση μεταξύ τους… Κάποια χρόνια δε οι κούνιες αυτές έκρυβαν… και τον χαρακτήρα του νυφοπάζαρου αφού όσοι συμμετείχαν στη βόλτα με τις Κνιές είχαν την κατάλληλη ευκαιρία να εκφραστούν μέσα από τραγούδια και παινέματα -δίστιχα- για τις νέες κοπέλες του χωριού που με τη σειρά τους ανταπαντούσαν στα παινέματα αυτά ανάλογα… Αρκετές φορές το δίστιχο αυτό… ήταν η αφορμή να επισημοποιηθεί κάποιο αίσθημα.
    Να σημειωθεί πως όσοι θυμούνται τις εποχές εκείνες μιλούν για δυο ειδών κούνιες, την “πεταχτή” και την “τροϊρστή” και οι δύο ξύλινες κατασκευές που θύμιζαν το σύγχρονο “μύλο” και τη “ρόδα” των λούνα παρκ…
    Στην εικόνα που δημοσιεύουμε βλέπετε τον τότε ιδιοκτήτη της “Κνιάς” Ιωάννη Μπερεκετλή του Παναγιώτη.

Μάης 

  • Πρώτη του μήνα τις πρώτες ώρες της ημέρας οι κοπέλες του χωριού πήγαιναν στις βρύσες που βρίσκονταν στις εξοχές της Βλάστης και τις στόλιζαν με κλαδιά φρεσκοανθισμένης οξιάς τραγουδούσαν.. «Τώρα Μαϊα, τώρα δροσιά, τώρα το καλοκαίρι….»
  • Αργότερα το βράδυ πάνω στην περιοχή του Καραδόλακα, με βιολιά κάνανε ένα πανηγύρι το οποίο είχε έναν σκοπό. Το Νυφοδιάλεγμα. Εννοείται ότι χόρευαν και συμμετείχαν όλοι στο χωριό καλωσορίζοντας και αυτόν τον μήνα.
  • Άλλο ένα θρησκευτικό γεγονός λάμβανε χώρα τον Μαη.. Ήταν η γιορτή του Αγίου Θωμά και του Αγίου Κωνσταντίνου. Γιορτάζονταν πάνω στον Προφήτη Ηλία (Αϊ Λιας), όπου πρωί πρωί μαζευόταν ο κόσμος στην εκκλησία και μετά την λειτουργία συνηθίζονταν κάποιοι κτηνοτρόφοι της περιοχής να βράζουν και να φέρνουν γάλα πουλώντας το, στο προαύλιο της εκκλησίας, όπου ακολουθούσε πανηγύρι μέχρι το μεσημέρι.
  • Ένα έθιμο το οποίο το κρατάμε και σήμερα, είναι το «κούρεμα» των γιδοπροβάτων. Οι κυρές κάθε σπιτιού με γίδοπρόβατα ετοίμαζαν πίτες, διάφορα φαγητά και επισκέπτονταν τα μαντριά όπου κούρευαν οι άντρες. Επίσης σφάζαν αρνιά και κατσίκια και τα σούβλιζαν για να συμπληρώσουν το γεύμα τους. Συγγενείς και φίλοι του Τσέλιγκα πηγαίνουν να βοηθήσουν στο κούρεμα. Παλιότερα αφού τελείωνε το φαγοπότι – κούρεμα, πηγαίναν το μαλλί με τ’άλογα στο σπίτι τους και εκεί γινόταν η διαλογή. Κρατούσαν ότι μαλλί χρειαζόταν και το άλλο το πουλούσαν. Το ιδόμαλλο το χρησιμοποιούσαν συνήθως για κάπες και σαΐσματα. Κάθε χρόνο η κάπα του τζιομπάνη ανανεώνονταν. Το ράψιμο γινόταν στο χέρι, εκτός και αν ήταν για τα επίσημα τους ρούχα.Αφού ετοιμάζονταν τα ρούχα, ειδοποιούσαν ο «ντριστιλιάρης» ώστε να τα τρίψει στο νερό, να τα σταυρώσει και να βάψει το μαλλί κόκκινο λόγω της Μ. Πέμπτης. Αυτό το κάνανε λόγω πίστης ότι είναι ευλογημένα για να είναι γερά. Αν για οποιονδήποτε λόγω δεν άντεχε το μάλλινο λέγαν ότι είναι λυκοφαγομένο. Δηλαδή συνέβαινε καμιά φορά να φάει ο λύκος κάποιο πρόβατο και ο τσομπάνος να μαζέψει το μαλλί και να το ανακατέψει με υπόλοιπο.

 

Ιούνιος

  • Ένα από τα πιο μεγάλα έθιμα του καλοκαιριού το οποίο αναβιώνετε μέχρι και σήμερα είναι του Αϊ Γιάννη (Κλείδωνα). Οι κοπέλες τότε και γυναίκες σήμερα του χωριού ετοίμαζαν την καλύτερη φορεσιά τους και τα φλουριά και συναγωνίζονταν η μία την άλλη στην ομορφιά. Στις 23 του μήνα παραμονή του Αϊ Γιαννιού οι κοπέλες έστελναν τα μικρότερα παιδιά να μαζέψουν ένα άσπρο – κίτρινο λουλούδι το οποίο ονομάζεται Αιγιάννης. Ετοίμαζαν ανθοδέσμες εμπλουτίζοντας την με τριαντάφυλλα και τις βάζανε σε μια Βενετσιάνα. Το βράδυ, όλες ντυμένες με τις παραδοσιακές στολές τους, έπαιρναν τις ανθοδέσμες και συγκεντρώνονταν στις πλατείες της γειτονιάς τους. Τοποθετούσαν τον αιγιάννη στη μέση και εκείνες πιασμένες στο χορό, χόρευαν παραδοσιακά τραγούδια. Γύρω – γύρω καθόντουσαν οι μάνες και οι θείες των κοριτσιών κρατώντας ένα μακρύ δρουγκό για να περιποιηθούν κατάλληλα όποιος θα τολμούσε να τις πειράξει. Τα μικρά παιδιά (αγόρια), ντυμένα με μακριές άσπρες βράκες και πουκάμισα υφαντά, κρατώντας στο χέρι τους ένα δεκανίκι και έχοντας το πρόσωπό τους βαμμένο μαύρο από την κάπνα του φούρνου, τριγύριζαν έξω από τον χώρο, προσπαθούσαν να αρπάξουν τα τριαντάφυλλα απ’ τους Αιγιάννηδες. Όταν ο δρουγκός σηκώνονταν απειλητικά, έφευγαν και ανέβαιναν πάνω σε κερασιές κόβοντας ανώριμα κεράσια. Οι ελεύθεροι άντρες του χωριού (κτηνοτρόφοι κυρίως) πήγαιναν σε όλους τους χορούς ώστε να δούνε τα κορίτσια και να διαλέξουν νύφη. Ήταν από τις λίγες φορές μέσα στον χρόνο όπου οι κοπέλες ήταν ελεύθερες να φανούν προς τα έξω. Στην συνέχεια αφού τελείωνε και η τελευταία τον χορό, σχημάτιζαν πομπή με τις ανθοδέσμες στα χέρια, εκτός από την πρώτη και πιο τολμηρή η οποία »προστάτευε» τα κορίτσια από τους άντρες, πηγαίνοντας σε τρεις από τις βρύσες του χωριού για να βρέξουν τον Αιγιάννη. Αφού γυρνούσαν πάλι στην αφετηρία χόρευαν έναν τελευταίο χορό και βάζαν τον Αιγιάννη κάτω από μια τριανταφυλλιά όπου θα έμενε όλο το βράδυ. Το πρωί, αφού εκκλησιάζονταν ακολουθούσε πρωινό γλέντι με χορό.
  • Ανήμερα του Αϊ Γιάννη έκοβαν τον δυόσμο που τον ξήραναν και τον χρησιμοποιούσαν τον χειμώνα. Αυτό τον δυόσμο τον χρησιμοποιούσαν για το κάπνισμα των αρρώστων από πόνο στα μάτια, στα αυτιά κτλ. ή έκαναν αφέψημα για τον στομαχόπονο. Το νερό που κρατούσαν από την ημέρα αυτή το χρησιμοποιούσαν για να βρέχουν τα μαλλιά των κοριτσιών για να μην πέφτουν και να διατηρούνται γερά.
  • Ένα ακόμα γεγονός που λάμβανε χώρα τον Ιούνιο ήταν το κόσιμα των λιβαδιών. Ερχόταν οι κουσιτζίδες με τις κόσες και δούλευαν αυτό τον μήνα.  Όλα χόρτα τα κάνανε σε δεμάτια και τα μετέφεραν με ζώα στα σπίτια τους οι ιδιοκτήτες και το φύλαγαν για τροφή των ζώων τους.

Ιούλιος

  • Αη Λιάς 20 Ιουλίου είναι από τις μεγαλύτερες γιορτές της Βλάστης. Το πρωί εκκλησιάζονταν ο κόσμος στο εξωκκλήσι του Προφήτη Ηλία. Κάποιοι πήγαιναν με τα πόδια και κάποιοι με τ ‘ άλογα. Αφού τελείωνε η λειτουργία επέστρεφαν στο χωριό οι γυναίκες και οι άντρες προετοίμαζαν το γλέντι στο δασάκι του Αϊ Λιά με τη συνοδεία βιολιών και τραγουδιών. Αργότερα στήνονταν χορός και κρασοπότι.
  • Άγιος Παντελέημωνας  τώρα 27 Ιουλίου. Η γιορτή με την μεγαλύτερη αίγλη για την Βλάστη. Ετοίμαζαν από την άνοιξη με τον ερχομό των κτηνοτρόφων (διότι αυτοί είχαν τα άλογα και όποιος δεν είχε απευθύνονταν σε αυτόν) την πιο όμορφη βελέντζα ή μπατανία για να στολίσουν τ’ άλογα ώστε να ανέβουν στο μοναστήρι του Άγιου Παντελέημωνα. Το πρωί ξεκινούσαν με τ ‘άλογα στολισμένα και με τους καλοντυμένους αναβάτες τους, ανηφόριζαν στην πλαγιά του Μουρικίου. Ως συνήθως 200-300 άλογα με πολύχρωμες βελέντζες και μπατανίες έφθαναν στο ξωκλήσι και οι αναβάτες τ’ άφηναν ελεύθερα να βοσκήσουν και να ξαποστάσουν.. Στο πανηγύρι πήγαιναν άντρες και γυναίκες νιόνυφες και νιόγαμπροι και τα παιδιά, άλλα με άλογα και άλλα με γαϊδούρια στολισμένα όμως και αυτά στολισμένα. Τα κοριτσάκια πήγαιναν με τα πόδια. Νέες και κορίτσια κάπως μεγαλύτερα δεν πήγαιναν στον Αη Παντελέημωνα. Μαζεύονταν όμως στα σπίτια που βρισκόταν κοντά στο δρόμο όπου θα επέστρεφαν οι καβαλάρηδες για να τους καμαρώσουν. Αφού γύριζαν οι πανηγυριώτες παρέδιδαν τα άλογα στα παιδιά τα οποία τριγυρνούσαν καλπάζοντας σε όλο το χωριό. Το απόγευμα γινόταν τρανός χορός στα λιβάδια αλλά και χορός με βιολιά.

Αύγουστος

  • Ο Αύγουστος ήταν αυτός με την μεγαλύτερη δραστηριότητα όσον αφορά τις προετοιμασίες για τον Χειμώνα. Οι ντόπιοι έκοβαν ξύλα από διάφορες περιοχές του Σινιάτσκου. (Μπριάλαγκας, Πεύκο. Προσήλιο κ.α.) και τα κουβαλούσαν με τα ζώα στο χωριό, 2 ώρες δρόμο. Κτηνοτρόφοι τις περιοχής έφερναν στην Βλάστη και πουλούσαν τα περίφημα τυριά που έφτιαχναν στις στρούγκες. Ξακουστό παραμένει το Μανούρι της Βλάστης. Άλλα τυριά που έφτιαχναν ήταν η φέτα, το κεφαλοτύρι και ο μπάτζιος.
  • Ξεχωριστή θέση για το χωριό όπου το περίμεναν όλοι με λαχτάρα ήταν ο Δεκαπενταύγουστος. Το μεγάλο αυτό λαϊκό και θρησκευτικό πανηγύρι της Παναγίας το οποίο διαρκούσε 3 μέρες. Την ημέρα της γιορτής, οι κάτοικοι φορούσαν τα καλά τους και πήγαιναν στην εκκλησία να εκκλησιαστούν και να προσευχηθούν. Το απόγευμα στα λιβάδια γινόταν ο Τρανός χορός με τραγούδια παραδοσιακά που είχαν αλληγορικό νόημα διότι το έθιμο αυτό, κρατούσε από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και δεν ήθελαν να καταλαβαίνουν τα λόγια τους. Τον χορό σέρναν οι γεροντότεροι, ακολουθούσαν οι νεότεροι και τον έκλειναν οι γυναίκες. Πάνω σ’ αυτό το έθιμο γίνονταν και πολλές συμφωνίες για αρραβώνες από τους πατεράδες του ζευγαριού που έρχονταν για τον λόγο αυτόν από τα πρόβατα. Το γλέντι συνεχιζόταν στην πλατεία του χωριού με κλαρίνα και τρομπέτες μέχρι τα ξημερώματα. Συνήθως κλείνανε το πανηγύρι με το τραγούδι «Γλυκοχαράζει η χαραυγή κ ‘ οι έμορφες κοιμούντι».

Σεπτέμβριος

  • Αρχή φθινοπώρου..ξεκινούσαν τα μαθήματα..και τα παιχνίδια για τα παιδιά, κάτω από την αυστηρή επίβλεψη των δασκάλων στο προαύλιο του σχολείου. Τα συνηθέστερα παιχνίδια την εποχή αυτή ήταν το κουτσό, οι σβούρες, και οι μπίλιες (βόλοι). Τα περισσότερα παιδιά ήταν άριστοι χειριστές τόσο στους κακαρδάκους όσο και στους νομάδις και γινόταν μεγάλη μάχη για την νίκη. Άλλα παιχνίδια που έπαιζαν τα παιδιά ήταν τα σκλαβάκια, η λευτεριά, ο τζάμαρος, η ψηλή καμηλίτσα, η μπίτσκα και η τσιλίκα. Αν παρατηρήσουμε τα περισσότερα αν όχι όλα τα παιχνίδια ήταν ομαδικά. Η κατάσταση ήταν οικονομικά δύσκολη για τους γονείς και δεν είχαν λεφτά για αγορά παιχνιδιών παρά μόνο για τα προς το ζείν. Επίσης τον Σεπτέμβριο γινόντουσαν αρκετοί γάμοι κυρίως κτηνοτρόφων διότι τον επόμενο μήνα έπρεπε να αποχωριστούν το χωριό για τα χειμαδιά.

Οκτώβριος

  • —————————

Νοέμβριος

  • Αυτόν τον μήνα ξεκινούσαν τα πολλά χιόνια. Έτσι οι μπακατάρηδες (είναι εκείνοι που είχαν στην κατοχή τους λίγα πρόβατα), τα μετέφεραν στα μαντριά τα οποία ήταν στην περιοχή της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου.
  • Στις 11 και 12 Νοέμβρη ήταν οι λυκογιορτές. Αυτές τις 2 μέρες δεν έκαναν καμία δουλειά και μάλιστα από την παραμονή έδεναν το ψαλίδι με σπάγκο λέγοντας » σφαλνώ το στόμα του λύκου».
  • Ήταν και ο μήνας του κυνηγιού. Πλούσιο και ποικίλο το κυνήγι για τους λίγους τότε κυνηγούς. Αν και αντιφατικό ξεκινούσε και η νηστεία για την σαρακοστή των Χριστουγέννων.
  • Οι κοπέλες του χωριού που δεν είχαν πολλές ευκαιρίες να βγουν άρχιζαν και έκαναν βιγγέρεις. Πήγαιναν σε φιλικά ή συγγενικά σπίτια και περνούσαν ευχάριστες βραδιές, τραγουδώντας και χορεύοντας.
  • Τελευταίο για αυτό τον μήνα έθιμο, την παραμονή του Αγίου Αντρέα οι τειφτέηδες (γεωργοί), έβραζαν καλαμπόκι και το μοίραζαν σε συγγενείς και φίλους για να τους ευχηθούν καλή  σοδειά.

Δεκέμβριος

 

  • Αντριάς λεγόταν ο μήνας αυτός. Πολλά χιόνια και πάγοι, τα παιδιά παίζαν αλλά ο άντρας του σπιτιού καθόταν να ξαποστάσει μετά από ένα δύσκολο διάστημα δουλειάς.
  • Οι ξενιτεμένοι Βλατσιώτες, που βρίσκονταν στην Πόλη (Κωσταντινούπολη),  Βλαχιά, Βιέννη, καθώς και όσοι εργάζονταν σε πόλεις της Ελλάδος, ετοιμάζονταν να έρθουν για τις γιορτές στις οικογένειές τους. Το ταξίδι γι’ αυτούς διαρκούσε πολλές μέρες γιατί γινόταν με άλογα και με τς κυρατζήδες. Εν αντίθεσή ο μήνας αυτός ήταν κουραστικός για τις νοικοκυρές. Έπρεπε να καθαρίσουν το σπίτι, αλλά και να υποδεχθούν τους φιλοξενούμενους.
  • Στις 4 Δεκέμβρη γιόρταζαν την Αγιά Βαρβάρα. Έφτιαχναν λαγγίτες στην γάστρα με λαδόνερο και καρύδια.
  • Στις 12 του μηνός άρχιζαν να σφάζουν τα γουρούνια. Η σφαγή έπαιρνε γιορταστικό χαρακτήρα. Πρωί πρωί οι γυναίκες γέμιζαν τα καζάνια νερό για να προετοιμάσουν το μαγείρεμα. Οι άντρες έσφαζαν τα γουρούνια και αφού το έκαναν οι νοικοκυρές πηγαίναν και θυμιάτιζαν τον χώρο όπου έγινε η σφαγή. Μετά το ζεμάτιζαν, καθάριζαν το τρίχωμα και το κρεμούσαν στο κατώι για να παγώσει ώστε να μπορέσουν να το γδάρουν και να το ξεπατώσουν. Το βράδυ, αφού πρώτα είχε γίνει ένα μικρό γλέντι με κρασιά ξεκινούσε το ξεπάτωμα. Έγδερναν το γουρούνι, βγάζοντας την τσέπα την οποία την χρησιμοποιούσαν στο μαγείρεμα, κατόπιν τον παστό και το κρέας. Τον παστό τον έλιωναν στο καζάνι και έβγαζαν την λίγδα που θα την χρησιμοποιούσαν σε διάφορα φαγητά όλο τον χρόνο, επίσης και για τσιγαρίδες. Κατόπιν το κρέας το κάναν λουκάνικα ή κιμά. Το υπόλοιπο κρέας το αλάτιζαν και το φιλούσαν για τον χειμώνα.
  • Γενικά τον Δεκέμβρη έρχονταν οι ξενιτεμένοι για τις γιορτές. Οι πρώτη επίσημη εμφάνιση του ξενιτεμένου γίνονταν στην εκκλησία. Του έδιναν ένα καλούπι άσπρο σαπούνι, μια χούφτα στραγάλια (μπιμπίλια). Αφού καθόταν για κανέναν μήνα μετά τον ξεπροβόδιζαν οι συγγενείς ως την μπιστιριά..
  • Τα παιδιά προετοιμάζονταν για τα Κόλιαντα. Ετοίμαζαν την τζιουμπανίκα και το σακούλι. Το σακούλι ήταν η σχολική τσάντα υφασμένη από την μάνα τους στον αργαλειό. Άδειαζαν τα χαρτιά (βιβλία) την παραμονή και την κρεμούσαν αντάμα με την τζιουμπανίκα. Πρωί πρωί τα ‘παίρναν  το σακούλι, ντυνόντουσαν καλά γιατί είχε τσουχτερό κρύο και παρέες παρέες πηγαίναν για τα κόλιαντα. Σε κάθε σπίτι που έφταναν χτυπούσαν την εξώπορτα με την τζιουμπανίκα και φώναζαν: κόλιαντα – κόλιαντα. Η νοικοκυρά που τα περίμενε ρωτούσε από μέσα » Πόσα ήστι γεμ;». Εκείνα απαντούσαν και η νοικοκυρά έβγαινε στην πόρτα, έδινε στον καθένα μια κολιαντίνα ρουφτένια (φτάζυμη) και λίγα κάστανα. Αυτό γίνονταν όλη την μέρα. Σε μερικά σπίτια, κυρίως κτηνοτρόφων τα πρώτα παιδιά που θα χτυπούσαν, τα έβαζαν μέσα στην σάλα, τα κάθιζαν στο τζάκι και φώναζαν μπεε – μπεε και εύχονταν αρνιά – κατσίκια – πρόβατα και γκόλιαβα παιδιά. Σ’ αυτά τα παιδιά εκτός από τα συνηθισμένα δίναν στραγάλια, σταφίδες και λεφτά. Την ώρα που μιμούνταν τα παιδιά τ’ αρνιά και βέλαζαν, η νοικοκυρά σκόρπιζε στραγάλια πάνω από τα κεφάλια τους, ώστε να πληθαίνουν τ’ αρνιά και τα κατσίκια. Το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων έπρεπε να στείλουν την κολιαντίνα στις αρραβωνιασμένες ή στις νιόπαντρες. Αυτή ήταν μια μικρή κουλούρα, ρουφτένια, καλοστολισμένη με σταφύδες και διάφορα σχέδια. Η πεθερά μαζί με την κολιαντίνα έστελνε και διάφορα δώρα όπως κάλτσες, παντόφλες, πούδρα κ.α. Τα ρουφτένια τα ζύμωναν οι νοικοκυρές την προπαραμονή των Χριστουγέννων.
  • Κάθε μέρα και για δώδεκα συνεχόμενες μέρες,από τα Χριστούγεννα,  όταν άναβαν το τζάκι έκαιγαν κάτι μάλλινο και θυμιάτιζαν το σπίτι για να ξορκίσουν το κακό. Ο γυρισμός ανθρώπου του σπιτιού απ ‘ έξω πριν ή μετά τα μεσάνυχτα, επέβαλλε το άφημα κάποιου πράγματος του ατόμου αυτού στην αυλή γιατί διαφορετικά «στ’χιο» ακολουθούσε και έμπαινε μαζί του στο σπίτι. Έτσι πίστευαν.